
Σήμερα γιορτάζει ο μεγάλος Άγιος που υπερασπίστηκε το Άγιο Πνεύμα
Σήμερα Κυριακή, 25 Ιανουαρίου, σύμφωνα με το εορτολόγιο τιμάται η μνήμη των Γρηγορίου του Θεολόγου και της Αγίας Μαργαρίτας.
Τα ονόματα που γιορτάζουν σήμερα είναι τα εξής:
- Γρηγόρης, Γρηγόριος, Γόλης, Γρηγορία*
- Μαργαρίτα, Ρίτα, Μαργαρίτης*
*Υπάρχουν και άλλες ημερομηνίες που γιορτάζουν αυτά τα ονόματα
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος
Ο Άγιος Γρηγόριος είναι ένας από τους τρεις μεγάλους ιεράρχες και οικουμενικούς διδασκάλους της Εκκλησίας μαζί με τον Μέγα Βασίλειο και τον Ιωάννη το Χρυσόστομο.

Μετά τον απόστολο και ευαγγελιστή Ιωάννη, είναι ο δεύτερος στον οποίο η Εκκλησία απένειμε τον τίτλο του Θεολόγου, ο τρίτος είναι ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος. Ο άγιος Γρηγόριος ειδικώτερα είναι ο τριαδικός θεολόγος, γιατί σε κάθε του λόγο κεντρική διδασκαλία του είναι πάντα το μυστήριο της Αγίας Τριάδος. Στον πέμπτο θεολογικό λόγο του γράφει, οι πιστοί «προσκυνούσι τον Πατέρα, τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα, μίαν Θεότητα…».
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος γεννήθηκε στα 329 στην Αριανζό, ένα μικρό χωριό της Καππαδοκίας, κοντά στην κωμόπολη Ναζιανζό, γι’ αυτό και λέγεται Ναζιανζηνός. Ο πατέρας του λεγότανε κι αυτός Γρηγόριος κι ήταν επίσκοπος Ναζιανζού, η δε μητέρα του λεγόταν Νόννα. Από μικρός ήταν φιλομαθής και επιμελής κι έκαμε λαμπρές και εξαίρετες σπουδές στη Ναζιανζό, στην Καισαρεία της Καππαδοκίας, στην Καισαρεία της Παλαιστίνης, στην Αλεξάνδρεια και τέλος στας Αθήνας. Εκεί γνωρίστηκε με το συμπατριώτη του Μέγα Βασίλειο, συνδέθηκαν αδελφικά κι έμειναν μαζί σπουδάζοντας έξη ολόκληρα χρόνια την έξω φιλοσοφία. Στο τέλος του προσφέρθηκε καθηγητική θέση, μα εκείνος προτίμησε να ξαναγυρίση στην πατρίδα του Ναζιανζό.
Στην Καππαδοκία συναντήθηκαν οι δυο συμμαθητές κι έζησαν πάλι μαζί, αποτραβηγμένοι στην έρημο ασκούμενοι και μελετώντας τώρα τα ιερά γράμματα. Σε ηλικία 30 ετών ο άγιος Γρηγόριος πήρε το βάπτισμα και χειροτονήθηκε από τον πατέρα του πρεσβύτερος. Έμεινε για καιρό βοηθώντας το γέροντα πατέρα του επίσκοπο Γρηγόριο και το 372 σε ηλικία 43 ετών ο Μέγας Βασίλειος, πού ήταν πια αρχιεπίσκοπος Καισαρείας, τον χειροτόνησε επίσκοπο Σασίμων. Αυτή η χειροτονία έγινε παρά τη θέληση του, γι’ αυτό κι ο άγιος Γρηγόριος δεν δέχθηκε να πάη στα Σάσιμα, αλλά έμεινε βοηθώντας τον πατέρα του στη Ναζιανζό. Γι’ αυτή τη χειροτονία ο Μέγας Βασίλειος γράφει σε μια επιστολή του ότι για τον άγιο Γρηγόριο άξιζε μια επισκοπή όση όλος ο κόσμος.
Το 375, όταν πέθανε ο πατέρας του αγίου Γρηγορίου, οι ορθόδοξοι της Κωνσταντινούπολης, πού οι αρειανοί τους είχαν πάρει όλες σχεδόν τις Εκκλησίες, πήγαν στη Ναζιανζό και κάλεσαν τον άγιο Γρηγόριο. Ήταν ο μόνος πού θα μπορούσε, με τη θεολογική του σοφία και τη ρητορική του δεινότητα να αντιμετώπιση τους αιρετικούς. Ήλθε λοιπόν στην Κωνσταντινούπολη, και σε μια μικρή Εκκλησία της αγίας Αναστασίας η Ορθοδοξία έστησε το στρατηγείο της εναντίον των αιρέσεων. Εκεί ο άγιος Γρηγόριος είπε τους περίφημους πέντε θεολογικούς λόγους κατά των αρειανών και των μακεδονιανών. Αρειανοί ήσαν οι οπαδοί του Αρείου, πού αρνιούνταν τη θεότητα του Ιησού Χριστού, και μακεδονιανοί οι οπαδοί του Μακεδονίου, πού αρνιούνταν τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος.
Στα 381 έγινε στην Κωνσταντινούπολη η δεύτερη οικουμενική Σύνοδος, η οποία εσύνταξε τα πέντε τελευταία άρθρα του Συμβόλου της πίστεως, το όγδοο άρθρο, «Και εις το Πνεύμα το Άγιον…», είναι η διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου. Η Σύνοδος, όταν τότε χήρεψε ο αρχιεπισκοπικός θρόνος της Κωνσταντινούπολης, εξέλεξε αρχιεπίσκοπο τον άγιο Γρηγόριο. Έτσι, όταν ύστερ’ απέθανε ο Πρόεδρος της Συνόδου άγιος Μελέτιος αρχιεπίσκοπος Αντιοχείας, Πρόεδρος της Συνόδου έγινε ο άγιος Γρηγόριος. Επειδή όμως αργότερα ακούστηκαν διαμαρτυρίες και αμφισβητήσεις και μάλιστα από τους επισκόπους της Μακεδονίας, πού ήλθαν καθυστερημένοι στη Σύνοδο, ο άγιος Γρηγόριος παραιτήθηκε κι από αρχιεπίσκοπος κι από Πρόεδρος της Συνόδου κι έφυγε στην Καππαδοκία.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος αφήκε στην Εκκλησία, εκτός από τον άγιο βίο του και σπουδαίο συγγραφικό έργο. Περίφημος είναι ο Συντακτήριος λόγος, με τον όποιο, όταν παραιτήθηκε, αποχαιρέτησε τη Σύνοδο και τους χριστιανούς της Αρχιεπισκοπής. Όταν, μετά την παραίτηση του, ο άγιος Γρηγόριος κατέβηκε στην Καππαδοκία, ο Μέγας Βασίλειος είχε αποθάνει πριν δύο χρόνια. Τότε έγραψε και είπε τον επίσης περίφημο επιτάφιο λόγο στο Μέγα Βασίλειο. Ο άγιος Γρηγόριος έζησε ακόμα οκτώ χρόνια και απέθανε στα 389 σε ηλικία 60 ετών. Ο άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός είναι πραγματικά ό Θεολόγος Πατέρας της Εκκλησίας, ιερουργός του λόγου και των θείων Μυστηρίων, πού αποχαιρέτιζε τη δεύτερη οικουμενική Σύνοδο κι έλεγε, «Καθαράν και ακίβδηλον την ιερωσύνην εφύλαξα». Αμήν.
Η Αγία Μαργαρίτα
Σήμερα, 25 Ιανουαρίου, εορτάζει η Αγία Μαργαρίτα η Οσιομάρτυς. H μητέρα Μαργαρίτα (κατά κόσμον Μαρία) Μιχαήλοβνα ήταν ηγουμένη της μονής του Προφήτου Ηλιού στο Μενζελίνσκ, της επισκοπής της Ούφας. Προτού γίνει μοναχή, η Μαρία Μιχαήλοβνα, ζούσε στο Κίεβο. Εξομολόγος της ήταν ο Πρωτοπρεσβύτερος Αλέξανδρος Κορσακόβσκι, προιστάμενος του ναού της Γεωργιέβσκαγια στο Κίεβο, στην ενορία όπου έμενε η Μαρία.

Στα απομνημονεύματά του ο πρίγκιπας Ν. Ζεβαχώφ, που τη γνώριζε πολύ προτού γίνει μοναχή, έγραφε:
«Στο πρόσωπο της Μαρίας έβλεπα την ενσάρκωση της ένθερμης πίστης και της αγάπης της για το Θεό. Ήταν κοντή και αδύνατη, μια γυναίκα που έκαιγε πάντα σαν κερί μπροστά στο Θεό.
Όλοι όσοι την ήξεραν, γνώριζαν πως γεννήθηκε μόνο και μόνο για να θερμαίνει τους άλλους με την αγάπη της.»
Ο Πρωτοπρεσβύτερος Αλέξανδρος Κορσακόβσκι έβλεπε στη διάθεση της Μαρίας, ότι υπόφερε και μελαγχολούσε ζώντας στον κόσμο. Η συνείδησή της δεν συμβιβαζόταν, δεν είχε «μισή» καρδιά. Σε κάθε της πρόβλημα συμβουλευόταν τον Πνευματικό της. Η αμέτρητη αγάπη που είχε για τους συνανθρώπους της, την ωθούσε να αναζητά ευκαιρίες για να βοηθήσει. Η απέραντη συγκαταβατικότητα στην ανθρώπινη αδυναμία όμως δεν την οδηγούσε σε συμβιβασμούς με τη συνείδηση της. Δεν ήταν δίψυχη, δεν είχε τίποτα που να κρύβεται δήθεν από ευσέβεια, ενώ στην πραγματικότητα εκφράζει μόνο αδιαφορία στο χριστιανικό καθήκον… Τέτοιοι άνθρωποι που δίνουν τα πάντα στους άλλους χωρίς να ζητάνε τίποτα, μοιάζουν να είναι μόνοι… Κανένας δεν θα τους ρωτήσει αν χρειάζονται και αυτοί κάτι, κάποια υποστήριξη η φροντίδα. Πηγαίνουν κοντά τους μόνο όταν έχουν την ανάγκη τους και τους αγνοούν όταν δεν τους χρειάζονται. Στην πραγματικότητα όμως ποτέ δεν νιώθουν μοναξιά.
Μετά την μοναχική κουρά της η μοναχή Μαργαρίτα έζησε αρχικά σε ένα γυναικείο κοινόβιο, όπου υπήρχε και η εικόνα της Παναγίας «Χαρά και Παρηγοριά», στην περιοχή Σέρπουχωφ της επαρχίας της Μόσχας. Ηγουμένη εκεί ήταν μια ηλικιωμένη κοντέσα, η Ορλόβα – Νταβίντοβα. Αυτή η περίοδος ήταν μια πολύ σκληρή δοκιμασία για τη Μαργαρίτα, που απαιτούσε μεγάλη ανδρεία, υπομονή και ταπείνωση.
Στις 18 Ιανουαρίου του 1917, με διάταγμα της Ιεράς Συνόδου, η μοναχή Μαργαρίτα διορίστηκε ηγουμένη της Ιεράς Μονής του Προφήτη Ηλία, στο Μενζελίνσκ της επισκοπής Ούφας. Η τελετή ενθρόνισης έγινε στη Μόσχα και παραστάθηκε επίσης η Μεγάλη Δούκισσα Ελισάβετ Φιοντόροβνα, που αγαπούσε πολύ την ηγουμένη Μαργαρίτα. Το 1917 στο μοναστήρι ζούσαν 50 μοναχές και 248 δόκιμες.
Όπως γράφει ο π. Νεκτάριος Αντωνόπουλος στο βιβλίο του «Νεομάρτυρες της Ρωσίας», «η ηγουμένη Μαργαρίτα διακρινόταν για την εξαίρετη μόρφωσή της, την σύνεση, αλλά και την αυστηρή ασκητική ζωή της. Οργάνωσε το μοναστήρι της κατά τα πρότυπα των παλαιών μοναστηριών της Ελλάδος. Μία από τις μοναχές που επέζησε ως τις μέρες μας, η μοναχή Αλεφτίνα, τυφλή στα τελευταία της χρόνια, διέσωσε τις πληροφορίες που καταγράφουμε. Οι μοναχές, με την έμπνευση και καθοδήγηση της ηγουμένης Μαργαρίτας, ζούσαν αυστηρή μοναχική ζωή, τελώντας ανελλιπώς τις ακολουθίες και το μοναχικό τους κανόνα. Όλες εργάζονταν με πνεύμα θυσίας και πολύ φιλότιμο στα διακονήματά τους. Το μοναστήρι είχε πολλούς κήπους με οπωροφόρα δέντρα, λαχανόκηπους, χωράφια, μελίσσια κλπ. Διέθετε ακόμα και εργαστήριο καλλιτεχνικών φωτογραφιών, κάτι σπάνιο και πρωτοποριακό για εκείνη την εποχή».
Προς το τέλος του 1918 ο Λευκός Στρατός εγκατέλειψε το Μενζελίνσκ και τις γειτονικές πόλεις και η μητέρα Μαργαρίτα αποφάσισε να μη μείνει στην κυριαρχία των Μπολσεβίκων. Βρισκόταν στην αποβάθρα, έτοιμη να φύγει, όταν της παρουσιάστηκε σε όραμα ο Άγιος Νικόλαος και της είπε:
– Γιατί αποφεύγεις και αρνείσαι το στεφάνι σου;
Ξαφνιασμένη από το όραμα η ηγουμένη Μαργαρίτα γύρισε στο μοναστήρι και διηγήθηκε στον ιερέα αυτό που είδε.
Με την αίσθηση ότι σύντομα θα έπρεπε να δοκιμαστεί για την πίστη της, ζήτησε να της ετοιμάσουν ένα φέρετρο και έδωσε εντολή να την ενταφιάσουν την ίδια μέρα του θανάτου της, αμέσως μετά την κηδεία.
Την άλλη ημέρα την ηγουμένη Μαργαρίτα την συνέλαβαν ως «αντεπαναστάτρια». Την τράβηξαν βίαια από την εκκλησία στην αυλή του μοναστηριού την ώρα της ακολουθίας. Ζήτησε να την αφήσουν να κοινωνήσει, μα εκείνοι αρνήθηκαν. Την πυροβόλησαν αμέσως εκεί, στον αυλόγυρο. Μετά οι αδελφές του μοναστηριού της έψαλαν την κηδεία και έπειτα την ενταφίασαν πίσω από το Ιερό της Εκκλησίας, εκεί ακριβώς που την πυροβόλησαν.
Ο ιερέας είχε παραξενευτεί πολύ με την απαίτηση της ηγουμένης να ενταφιαστεί την ίδια ημέρα του θανάτου της. Μόνο την επόμενη ημέρα έγινε κατανοητό το αίτημα της. Τότε οι ίδιοι τσεκάδες που είχαν θανατώσει την ηγουμένη Μαργαρίτα έφεραν στο μοναστήρι έναν μουσουλμάνο μουλά για να τον θανατώσουν και ζήτησαν να ταφεί σε έναν τάφο, μαζί με την ηγουμένη Μαργαρίτα. Η ηγουμένη όμως είχε ήδη ενταφιαστεί και έτσι οι τσεκάδες δεν μπόρεσαν να εκτελέσουν το σκοπό τους. Έτσι πήραν τον μουλά και έφυγαν.
Ένας μεγάλος Ρώσος γέροντας, μάλλον ο Στάρετς Αμβρόσιος της Όπτινα θα πρέπει να ήταν, είχε προφητεύσει πως στη διάρκεια διοίκησης μιας ηγουμένης στο μοναστήρι θα οικοδομηθεί μία εκκλησία, στη διάρκεια διοίκησης της δεύτερης, η ίδια η ηγουμένη θα γίνει μάρτυρας και στη διάρκεια ηγουμενίας της τρίτης, θα πέσουν οι καμπάνες. Η προφητεία εκπληρώθηκε. Η ηγουμένη Μαργαρίτα έγινε μάρτυρας. Στην ηγουμενία της επόμενης μοναχής, της τρίτης, οι μπολσεβίκοι πήραν τις καμπάνες της εκκλησίας και έκλεισαν το μοναστήρι.
Την δεκαετία του 1970, που το μοναστήρι ήταν ακόμα κλειστό, κάποιοι άνθρωποι αποφάσισαν να σκάψουν ένα λάκκο πίσω από το ιερό του ναού. Ξαφνικά έπεσαν πάνω σε ένα φέρετρο. Μέσα στο φέρετρο βρήκαν το άφθαρτο λείψανο της ηγουμένης Μαργαρίτας, με έναν σταυρό στο στήθος. Από σεβασμό δεν πείραξαν το φέρετρο, αλλά βρήκαν άλλον τόπο για να σκάψουν το λάκκο.
Πηγή