
Πώς ο Μητσοτάκης εγκλώβισε τον Ερντογάν μέσω του πολέμου στη Μέση Ανατολή
Τα «πιόνια» στη γεωπολιτική σκακιέρα της Ανατολικής Μεσογείου κινούνται γρήγορα λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Και η αλήθεια είναι πως με τις κινήσεις του ο Κυριάκος Μητσοτάκης εγκλώβισε τον Ταγίπ Ερντογάν. Στο διπλωματικό πεδίο η Ελλάδα κινήθηκε γρήγορα, στέλνοντας πολλαπλά μηνύματα τόσο στην Τουρκία όσο και στις Βρυξέλλες.

Για παράδειγμα η απόφαση αποστολής στην Κύπρο των δυο φρεγατών «Κίμων» και «Ψαρά», καθώς και των τεσσάρων F-16, δεν ήταν απλώς μια κίνηση συμβολική που αποδεικνύει ότι η Κύπρος δεν κείται μακράν. Ήταν μια έμπρακτη ενεργοποίηση του ενιαίου αμυντικού δόγματος, σε μια χρονική συγκυρία κατά την οποία ο Κυπριακός Ελληνισμός βρίσκεται γεωγραφικά πιο κοντά στη πυρίκαυστη ζώνη. Και όμως, με αυτήν την επιλογή η Αθήνα κατέστησε σαφές ότι οποιαδήποτε απειλή προς τη Λευκωσία δεν είναι περιφερειακό επεισόδιο, αλλά ζήτημα ευρωπαϊκής ασφάλειας. Το ίδιο μήνυμα εξέπεμψε και η ανάπτυξη συστοιχίας πυραύλων Patriot στην Κάρπαθο, κίνηση που ενίσχυσε δραστικά την αντιαεροπορική ομπρέλα στο νοτιοανατολικό Αιγαίο και δημιούργησε ένα συμπαγές πλέγμα αποτροπής από την Κρήτη έως την Κύπρο. Δίχως αμφιβολία δεν πρόκειται για επιθετική διάταξη, αλλά για μια στρατηγική θωράκιση σε μια περίοδο όπου οι γεωπολιτικές ισορροπίες είναι εύθραυστες.
Το αδιέξοδο του Ερντογάν
Σε αυτό το περιβάλλον, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν βρίσκεται μπροστά σε ένα διπλό αδιέξοδο. Από τη μία, η Άγκυρα επιχειρεί διαχρονικά να εμφανίζεται ως ρυθμιστής των εξελίξεων στην Ανατολική Μεσόγειο. Από την άλλη, η ενεργοποίηση της Ελλάδας σε συντονισμό με την Κύπρο και με τη διακριτική αλλά ουσιαστική στήριξη χωρών όπως η Γαλλία και η Γερμανία, περιορίζει δραστικά τα περιθώρια μονομερών κινήσεων.

Τι σημαίνει αυτό; Ότι η κρίση στη Μέση Ανατολή, που θεωρητικά θα μπορούσε να προσφέρει ευκαιρίες αναβάθμισης του γεωπολιτικού ρόλου στην Τουρκία, λειτούργησε τελικά ως επιταχυντής της ελληνικής στρατηγικής. Διότι η Αθήνα κατόρθωσε να μετατρέψει την περιφερειακή αστάθεια σε πεδίο ανάδειξης της αξιοπιστίας της ως πυλώνα σταθερότητας. Συν τοις άλλοις η Κύπρος παρουσιάζεται πλέον όχι ως «ανοιχτό ζήτημα», αλλά ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που απολαμβάνει έμπρακτη ευρωπαϊκή αλληλεγγύη.
Έτσι, ο Ερντογάν βρίσκεται εγκλωβισμένος σε μια δύσκολη εξίσωση: Αν επιλέξει κλιμάκωση, θα βρεθεί απέναντι όχι μόνο στην Ελλάδα και την Κύπρο, αλλά σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή συμμαχία. Αν επιλέξει την αποκλιμάκωση, αναγνωρίζει σιωπηρά ότι η Αθήνα έχει κατοχυρώσει ρόλο συνδιαμορφωτή των εξελίξεων.
Το ελληνικό πλεονέκτημα
Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι η Ελλάδα κινήθηκε έξυπνα και γρήγορα. Η τοποθέτηση του Πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, στη Βουλή ήταν μετρημένη: αμυντική αποστολή, ειρηνικός χαρακτήρας, στρατηγική ψυχραιμία. Αυτός ο συνδυασμός ισχύος και χαμηλών τόνων είναι που μας δίνει το πλεονέκτημα.

Επιπρόσθετα η ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων τα τελευταία χρόνια, οι νέες προμήθειες, η επιχειρησιακή ετοιμότητα και η διπλωματική κινητικότητα δεν αποτελούν μεμονωμένες κινήσεις. Συνθέτουν μια στρατηγική που επιδιώκει να κλείσει τα «κενά» επιρροής στην Ανατολική Μεσόγειο. Και σε μια εποχή που ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή αναδιατάσσει συμμαχίες και ισορροπίες, η Ελλάδα επέλεξε να μην περιμένει τις εξελίξεις, αλλά να τις διαμορφώσει.
Πηγή: politic.gr
Πηγή