Του Δημήτρη Κετικίδη | Από την έντυπη έκδοση «Τύπος Θεσσαλονίκης»
Η είδηση ότι μια δασκάλα αποφάσισε να εγκαταλείψει το σχολείο μετά από 18 χρόνια υπηρεσίας, ακούγεται αν μη τι άλλο ασυνήθιστη. Σε μια εποχή όπου κυριαρχεί η συζήτηση για τον ρόλο του σχολείου στην κοινωνία αλλά και τις μεγάλες αλλαγές στις συμπεριφορές των παιδιών, δεν είναι λίγοι οι δάσκαλοι που νιώθουν να έρχονται καθημερινά αντιμέτωποι με το να ξεπεράσουν τα όριά τους.

Η κ. Μαρία Καρυωτάκη, βρέθηκε για πρώτη φορά σε σχολική αίθουσα λίγο πριν το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης. Σήμερα, 18 χρόνια μετά, επιλέγει να απομακρυνθεί από την εκπαίδευση έπειτα από μια μακρά περίοδο ψυχολογικής πίεσης.
Σημειώνεται ότι εδώ και 12 χρόνια η κ. Καρυωτάκη μοιράζεται τα δικά της «εργαλεία» στην προσπάθεια να γίνει η μάθηση πιο διασκεδαστική. Τα βιβλία, τα τραγούδια και οι θεατρικές παραστάσεις της σειράς «Η κυρία Σιντορέ» αποτελούν μέρος του μαθήματος της ορθογραφίας, της γραμματικής και της αριθμητικής σε σχολεία όλης της Ελλάδας. Μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προβάλει ιδέες για να γίνεται το μάθημα δημιουργικό και διασκεδαστικό έχοντας συγκεντρώσει δεκάδες χιλιάδες ακολούθους
Το βίντεό της μέσα από τη σελίδα της «Η κυρία Σιντορέ» ξεπέρασε μέσα σε μόλις λίγες μέρες τις 300.000 προβολές, με τα μηνύματα υποστήριξης να είναι αμέτρητα.
Δείτε το βίντεο:
Μιλώντας στον «Τύπο Θεσσαλονίκης» για την απόφασή της, ανέφερε μεταξύ άλλων ότι είχε φτάσει στο σημείο να αντιμετωπίζει ψυχοσωματικά προβλήματα.
Αρχικά η κ. Καρυωτάκη αναφέρθηκε στο τι ήταν αυτό που την έκανε να πάρει την απόφαση να εγκαταλείψει τις σχολικές αίθουσες λέγοντας:
«Προς το παρόν θα πάρω για κάποια χρόνια άδεια άνευ αποδοχών, έτσι ώστε να «χτίσω» κάτι παράλληλα, και να μπορέσω να πω κάποια στιγμή ότι εγκαταλείπω το σχολείο. Ένιωσα να πιέζομαι ψυχολογικά και αντιμετώπισα ψυχοσωματικά προβλήματα όπως δύσπνοια και βάρος στο σήθος, τα οποία όταν τα βίωνα δεν καταλάβαινα γιατί τα έχω. Όταν τελείωσε η σχολική χρονιά και πήγε να ξεκινήσει ξανά, εγώ είχα δύσπνοια και ταχυπαλμία. Είπα ότι θα πάω σε ψυχίατρο να πάρω αγωγή, και τη χρονιά που μας πέρασε τώρα είπα ότι δεν πάει άλλο δεν μπορώ να το διαχειριστώ. Ο σύλλογος αποφάσισε να πάρω το ολοήμερο γι’ αυτόν τον λόγο, και αυτό με βοήθησε πάρα πολύ. Θεωρώ ότι ένας λόγος που ήταν έντονη η πίεση είναι ότι είχα και τα παιδιά μου στο σχολείο αν και δεν ήταν στην τάξη μου. Ήμουν δηλαδή και μαμά και δασκάλα, και αυτό ήταν πολύ πιεστικό. Δεν ήξερα αν την απόφασή μου έπρεπε να την ανακοινώσω στον κόσμο βέβαια, επειδή φοβόμουν ότι θα θεωρήσουν ότι λιποψυχώ. Αυτό που είδα όμως ήταν το αντίθετο, επικράτησαν την απόφασή μου στο 100%. Δέχτηκα ένα κύμα μηνυμάτων και σχολίων και είδα με μεγάλη έκπληξη ότι πολύς κόσμος θέλει να κάνει το ίδιο με εμένα, ενώ άλλοι έχουν φύγει και δεν έχουν μετανιώσει.
Τα τελευταία 5-6 χρόνια βιώνουμε μια αίσθηση απαξίωσης, ότι πρέπει να αποδεικνύουμε συνέχεια τη θέση που έχουμε και να παλεύουμε με γονείς που μπορεί να είναι αρνητικοί και εναντίον μας. Το σύνολο μιας ομάδας σε μια τάξη έχει λεπτές και ευαίσθητες γραμμές. Μπορεί να έχεις παιδιά τα οποία από το σπίτι δεν έχουν λάβει τον σεβασμό και την αίσθηση ότι ο δάσκαλος είναι πάνω από εμένα. Φοβούνται οι γονείς να δείξουν ότι υπάρχει ιεραρχία.

Ταυτόχρονα μπήκε στη ζωή των δασκάλων η αξιολόγηση και δημιουργήθηκε το κλίμα ότι πρέπει να αποδείξουμε την αξία μας, δημιουργήθηκε έτσι το κλίμα του ανταγωνισμού. Σε συνδυασμό με την έλλειψη σεβασμού στο επάγγελμα, αυτό δημιουργεί μια τοξική ατμόσφαιρα».
Η ίδια μίλησε και για την αλλαγή συμπεριφοράς που έχει παρατηρηθεί στα παιδιά τα τελευταία χρόνια ακόμη και μέσα στις σχολικές αίθουσες, κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά στην αδιαφορία της κοινωνίας προς τη μόρφωση.
«Ναι, φυσικά έχω βιώσει την αλλαγή συμπεριφοράς των παιδιών. Όπως είπα και πριν υπάρχει έλλειψη σεβασμού που μεταφέρεται στα παιδιά και αυτό το νιώθουμε. Αυτό που δυσκολεύει πολύ μέσα στην τάξη είναι η αδιαφορία. Είναι φαινόμενο της κοινωνίας να υπάρχει αδιαφορία προς τη μόρφωση και τις σπουδές, επειδή όλοι βλέπουν την ευκολία. Σίγουρα βέβαια έχει μείνει πίσω και το εκπαιδευτικό μας σύστημα, το οποίο βασίζεται σε δεδομένα που δεν είναι επίκαιρα και σε δεξιότητες που δεν χρησιμεύουν. Εμείς έχουμε την υποχρέωση να προσπαθήσουμε να εντάξουμε τα παιδιά σε ένα πλαίσιο που δεν θέλουν να μπουν και αυτό απαιτεί Ψυχικό και σωματικό κόπο. Βγαίνουμε από την τάξη και είμαστε εξαντλημένες επειδή καταβάλαμε πολύ κόπο για να πειθαρχήσουν τα παιδιά.
Εγώ τα τελευταία χρόνια δεν μπορώ να πω ότι δέχτηκα μπουλινγκ. Έχει να κάνει με την ψυχική αντοχή του καθενός. Έχω διαχειριστεί πολύ δύσκολες καταστάσεις αλλά δεν έχω πια τη δύναμη να διαχειριστώ πράγματα. Το αντιστάθμισμα πλέον δεν είναι αρκετά ισχυρό. Η πληρότητα που λαμβανες από την αγάπη, από τη θέση που είχες στην κοινωνία και όχι μόνο είναι η αμοιβή του δασκάλου. Αν αυτό δεν υπάρχει, δεν μπορείς να πεις ότι αξίζει να το κάνω αυτό για τον μισθό. Η πιο σημαντική αμοιβή για έναν δάσκαλο είναι η αίσθηση ότι προσφέρει, ότι τον σέβονται και ότι παίρνει αγάπη από 20 οικογένειες».
«Δεν είχα καμία αμφιβολία για το αν πρέπει να φύγω»
Τα μηνύματα που δέχτηκε η κ. Καρυωτάκη μετά την απόφασή της να αποχωρήσει από τη διδασκαλία, ήταν τόσο ενθαρρυντικά ακόμη και από συναδέλφους της που ούτε η ίδια το περίμενε. Θα ήθελε όπως τόνισε, να ήταν η ίδια η εξαίρεση «και το σχολείο να ήταν πηγή ευχαρίστησης».
«Εγώ δεν είχα καμία αμφιβολία για το αν πρέπει να φύγω. Με προβληματίζει πολύ το ότι αυτό το είπαν πολλοί δάσκαλοι. Μακάρι να ήμουν μόνο εγώ η εξαίρεση και όλοι οι άλλοι να ήταν καλά και το σχολείο να ήταν πηγή ευχαρίστησης. Αυτό που είδα με μεγάλη έκπληξη, σίγουρα με δυσαρέστησε πολύ» είπε.
Ποιο θα ήταν το μήνυμα που θα ήθελε να στείλει στην υπουργό Παιδείας, στην υπουργό Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, αλλά και σε έναν γονέα;
«Σε έναν γονιό θα έλεγα να προσπαθήσει να είναι καλοπροαίρετος με τον δάσκαλο ή τη δασκάλα και ποτέ να μην εκφράζεται αρνητικά γι’ αυτούς μπροστά στα παιδιά, και να έχουν άμεση επικοινωνία με τη δασκάλα ή τον δάσκαλο. Όσον αφορά το υπουργείο Παιδείας, θεωρώ ότι υπάρχουν πολλά πράγματα που πρέπει να γίνουν για να αρχίσουν οι δάσκαλοι να αισθάνονται ότι τους εκτιμά το σύστημα περισσότερο. Σίγουρα ένα από αυτά είναι ο μισθός, ο οποίος είναι χαμηλός, και οι δάσκαλοι δεν απολαμβάνουν παροχές που απολαμβάνουν άλλα επαγγέλματα.
Σίγουρα έχω την αίσθηση ότι οι οικογένειες γενικά δυσκολεύονται. Οι γονείς έχουν έναν ρόλο που μπορεί να τους δυσκολεύει στην καθημερινή τους ζωή, και μεταθέτουν αυτήν την πίεση που βιώνουν εκείνοι στο σχολείο. Αυτή η πίεση που νιώθουν οι γονείς, είναι επειδή η κοινωνία πλέον έχει πολλές απαιτήσεις από εκείνους. Αυτό γίνεται πολύ βαρύ όμως, και οι γονείς έχουν καταλήξει να δυναστεύουν την ψυχολογία και τη ζωή τους για να υπηρετούν τα παιδιά, και θεωρούν ότι αυτό πρέπει να κάνουν και οι δάσκαλοι. Στην πραγματικότητα όμως τα παιδιά πρέπει να σέβονται το σχολείο και τους δασκάλους, και να ακολουθούν αυτό που τους επιβάλλει το σχολείο» απάντησε η κ. Καρυωτάκη.
Όπως υπογραμμίζει, οι εκπαιδευτικοί έχουν αναλάβει το βάρος να καλύψουν κενά της οικογένειας, με αποτέλεσμα να έχουν απηυδήσει, αφήνοντας όμως μια ελπίδα ότι θα νιώσει ότι μπορεί να επιστρέψει στο σχολείο.
«Οι ίδιοι οι δάσκαλοι νιώθουν για κάποιο λόγο ότι οφείλουν να καλύψουν κενά της οικογένειας. Το σχολείο έχει επωμιστεί ρόλους όπως το να μάθουμε εμείς την ευγένεια στα παιδιά. Δεν γίνεται όμως μέσα σε 5 ώρες να γίνονται όλα αυτά και να θεωρείται αυτό ευθύνη του δασκάλου. Όλο αυτό το βάρος είναι ο λόγος που οι εκπαιδευτικοί έχουν απηυδήσει και δεν αντέχουν άλλο να διαχειρίζονται τέτοια πράγματα. Έχει καταλήξει η πραγματική ουσία της δουλειάς που είναι η διδασκαλία να είναι μια πολύ μικρή ψηφίδα σε μια μεγάλη ευθύνη που μας έχουν αναθέσει με πάρα πολλά και διαφορετικά κομμάτια.
Ελπίζω και εγώ να καταφέρω να νιώσω ότι μπορώ να επιστρέψω στο σχολείο, αλλά και να κάνει κάτι το υπουργείο και οι γονείς, για να νιώσουν ξανά σημαντικοί οι δάσκαλοι» σχολίασε στο τέλος.
